« Ἡ δύναμή σου πέλαγο και ἡ θέλησή μου βράχος »
Δ. Σολωμός

«Δε θα γράφεις, όταν δεν έχεις κέφι χρυσό μου κορίτσι, ούτε όταν δεν έχεις τίποτα να πεις.

Δε θα ήταν καλό να βάλουμε στη ζωή μας καταναγκαστικά έργα, όσο μικρά και να ’ναι.»
Γ. Σεφέρης

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναπολώντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναπολώντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Ένας χρόνος



Περάσανε οι μέρες που έλεγες πως δεν είχαν τελειωμό. Ένας χρόνος και κάτι μέρες μάς θυμίζουν τα περασμένα. Τις στιγμές τις ξέγνοιαστες που δυσκόλεψαν το αντίο. Τότε ήλπιζες πως δεν ήταν το ύστατο, τώρα ακόμη δεν αποφάσισες.

Ένας ολόκληρος χρόνος μετά και μέσα στις αλλαγές που έφερε ήταν σα να μη σάρωσε τίποτα. Ανάμεσα στις ώρες που μας παρασύρουν και στη λήθη της κούρασης βρίσκεται κάποτε μια χαραμάδα φωτός από το παρελθόν που μας ταξιδεύει στα περασμένα. Δεν είναι δύσκολο να τη βρεις καθώς οι πειρασμοί που θυμίζουν τις στιγμές που έχουν παρέλθει είναι πολλοί.

Οπότε μόλις ο χρόνος συμπληρώθηκε, η αίσθηση που έφερε ήταν σα να μην πέρασε στιγμή. Ίσως η άρνηση της προσαρμογής και της συνειδητοποίησης να αποτελεί ένα είδος άμυνας απέναντι στην ψυχρή λογική της πλειοψηφίας του κόσμου. Κι από την άλλη, ίσως να έχουμε την ανάγκη να θεωρούμε κάποια πράγματα προσωρινά με την ελπίδα να αποτινάξουμε τη μονιμότητά που δε μας ταιριάζει αλλά τουλάχιστον μας συντηρεί.

Περίεργα τα θέλω των ανθρώπων, κυρίως όταν αυτά συναντάνε τα πρέπει που οι ίδιοι έχουν θέσει. Κάπως έτσι είναι μπερδεμένα και τα δικά μου. Ένα χρόνο μετά. Τον χρόνο που νόμιζα πως θα με βοηθούσε να δω ξεκάθαρα τις επιθυμίες. Μα αυτό που στ'  αλήθεια έψαχνα ήταν ένας δρόμος που θα με οδηγούσε σε αυτές αφού εν τέλει τις ήξερα από την αρχή. Τώρα πια δεν ξέρω πόσο διαβατός είναι ο δρόμος εκείνος.

Δώδεκα μήνες μετά κι όλοι όσοι ζητούσαν να δούμε τον κόσμο λίγο πιο ρεαλιστικά φαίνεται να έχουν προβάδισμα. Δυστυχώς οι συγκυρίες δε μας αφήνουν το περιθώριο να εξασκήσουμε τα όνειρά μας.  Μα εγώ ακόμη δυσκολεύομαι να τα τετραγωνίσω. Η σκέψη πως αν τα προσάρμοζα στις συνθήκες ίσως να μην τα έχανα παντελώς, με κυριεύει τελευταία μαζί με τον φόβο του αποπροσανατολισμού.



Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Όσο υπάρχουν φιλίες

«Η Φιλολογία είναι το πιο ενδιαφέρον πράγμα στον κόσμο. Είμαι σίγουρος ότι και οι άλλοι επιστήμονες πιστεύουν το ίδιο για το δικό τους κλάδο. Όλοι έχουν όμως άδικο. Η Φιλολογία είναι όντως το πιο ενδιαφέρον πράγμα στον κόσμο.»
(παραφράζοντας ένα βιβλίο)

Ήταν Οκτώβρης του '11 όταν επιλέξαμε -επιτέλους!- την ειδίκευση που θέλαμε να ακολουθήσουμε. Η αρχή ήταν δύσκολη για μένα καθώς η υπόλοιπη παρέα επέλεγε διαφορετικό τομέα, εγώ όμως ένιωθα εξαρχής πως ήμουν ταγμένη αλλού.
Τα πρώτα μαθήματα έμοιαζαν αφόρητα αν σκεφτεί κανείς πως ξεκινήσαμε με λατινικά και δεν μπορώ να υπολογίσω πόσες μέρες παρακολουθούσα δίχως ενδιαφέροντα άτομα γύρω μου γιατί ίσως να μου φάνηκαν εβδομάδες ενώ επρόκειτο για λίγες διδακτικές ώρες μόνο. Κάποια στιγμή μια κοπέλα με εντυπωσίασε με τις γνώσεις της στα λατινικά.Έτυχε σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μαθήματα του εξαμήνου να καθίσουμε δίπλα. Θυμάμαι να της δίνω συγχαρητήρια για την ψυχραιμία της μπροστά στην ανεξήγητη πίεση του καθηγητή.

Ύστερα από αυτό θυμάμαι μόνο ότι με γνώρισε στη διπλανή της κι εκείνη σε μια άλλη κοπέλα που ήρθε λίγο αργότερα. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε γίναμε αχώριστες, πότε η τετράδα μας προκάλεσε την παράλογη απομάκρυνση και τα κακοπροαίρετα σχόλια των παλιών μας παρεών προς εμάς και τον τομέα μας. Στην αρχή η καθεμιά μας ένιωθε διχασμένη και προσπαθούσε να διατηρήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στη νέα και την παλιά παρέα. Ώσπου καταλαβαίνεις πως όποιος δε χαίρεται με τη χαρά σου δεν μπορεί να συγκαταλέγεται στους κοντινούς σου φίλους, κι εμείς δηλώναμε ευτυχισμένες.

Το παράξενο είναι πως δεν ένιωσα ποτέ τη ζήλια τους για κάποια χαρά μου αλλά ούτε και σε μένα προκλήθηκε το ανάλογο συναίσθημα. Αισθανόμουν μόνο την πραγματική τους χαρά και την αληθινή τους συμπόνια σε ανάλογες στιγμές. Δεν ξέρω αν πίστευα πριν σε τέτοιες φιλίες αλλά τώρα ένιωθα μεγάλη ευγνωμοσύνη. Ίσως να ήταν που με ξεκούραζαν τα χαμόγελά τους τις πιο μεγάλες μας Δευτέρες ή που τα βλέμματά τους με ηρεμούσαν στις πιο δύσκολες εξεταστικές. Ίσως να ήταν που όσες ώρες περνούσα μαζί τους με μάθαινα καλύτερα ή που όταν δεν ήμουν μαζί τους μου έλειπαν.

Περνούσαμε μαζί ώρες ολόκληρες και τα συνδυάζαμε όλα. Καμιά φορά δεν ένιωθα τον χρόνο να περνάει. Γυρίζαμε όλη την πόλη μα παράλληλα δε χάναμε μάθημα, διαβάζαμε για τις εξεταστικές αλλά δε σταματήσαμε τις νυχτερινές βόλτες στη λίμνη, συγκεντρωνόμασταν για ταινία αλλά πηγαίναμε σε κάθε διάλεξη που θεωρούσαμε ενδιαφέρουσα. Συζητούσαμε τόσο πολύ και πάλι είχαμε άλλα τόσα να πούμε.

Σωστά μπορεί να υποθέσει κανείς πως αν ζούσαμε πάνω από δυο χρόνια στην ίδια πόλη και αν κάναμε παρέα με τους ίδιους ρυθμούς τότε ίσως να ερχόταν και η φθορά. Ίσως και όχι...

Τέλος, σε μια παρέα τεσσάρων ατόμων όσο κι αν συμπαθείς το ίδιο το κάθε άτομο για τα δικά του χαρακτηριστικά είναι σχεδόν σίγουρο ότι με κάποιον θα είσαι πιο κοντά. Θεωρώ πως είναι θέμα χημείας. Κάπως έτσι «έδεσα» κι εγώ περισσότερο με τη μία. Τις περισσότερες φορές είναι σα να διαβάζει η μία τη σκέψη της άλλης. Είναι τρομακτικό όταν διατυπώνουμε συγχρόνως φράσεις ολόκληρες! Ωστόσο δε συμφωνούμε σε όλα και οι συγκρούσεις δε λείπουν μα κι αυτό έχει τη γοητεία του.

Τώρα η καθεμιά βρίσκεται στην πόλη της. Δε μου λείπουν. Μονάχα κάποιες μικρές στιγμές της καθημερινότητας νιώθω την απουσία τους. Στο πώς κάνω κάτι μόνη και πώς θα το κάναμε μαζί. Γενικά δε μου λείπουν. Εξάλλου επικοινωνούμε καθημερινά (με τη μία τουλάχιστον). Είναι στη ζωή μου, είμαι στη δική τους. Δεν ξέρω πόσο θα διαρκέσει. Όσο οι μέρες θα γεμίζουν κάποια βήματα θα χαθούν και κάποια θα αραιώσουν. Κάπου θα ξανανταμώνουμε. Στην πόλη που μοιράζεται η απόσταση είτε εκεί που μένει η καθεμιά ή ακόμη καλύτερα στη φοιτητούπολή μας. Και ποιος ξέρει; Ίσως οι δρόμοι μας διασταυρωθούν πάλι κυνηγώντας τους στόχους μας.

Ξέρω πως χρωστάω πολλά σε αυτή την παρέα που με παρέσυρε πάντα θετικά. Μπορεί ο αρχικός συνδετικός μας κρίκος να ήταν η κοινή αγάπη μας για τη λογοτεχνία αλλά τώρα είναι πολλά περισσότερα.

Όχι! Δε μου λείπουν γιατί βρίσκονται μέσα μου μαζί με την πόλη που τις γνώρισα.